Tης Κέρκυρας



Α, να 'χες χείλη… να σ' τ' αρπάξω μια, να σ' τα φιλήσω!
Α, να 'χες μάτια… να τα δω στο φως, το δειλινό.
Ρίγος με πιάνει, κι ύστερα κρατιέμαι μη δακρύσω.
Κόρη του νόστου – Κέρκυρα: Διψώ Σε! και πεινώ.


©Γιώργος Μανέτας


Ουτοπία 


Θωρώ στην αχτή την απείραχτην άμμο της. 
Την πυκνόφυτη γη, με τις δύσβατες άσπες. 
Δεν χαρώ νυσταγμό τόσα χρόνια θωρώντας την 
κ' είν' ανώφελη πια μια στεριά που δεν φτάνω. 

Ας βυθίσω μεμιάς την πλανεύτρα την σκέψη μου. 
Στην αδιάβατη γη να βρεθώ της ψυχής μου, 
μέχρις ότου τ' άμορφα νέφη σκορπίσουνε 
και ξανά πάλι δω την μικρή της Κασσιόπη.


©Γιώργος Μανέτας


Της Κέρκυρας


Μαντίλα ροδοστέφανη και χείλη σαν κεράσι,
προσμένω να περάσει,
να δω το χρυσοκέντητο - δαντέλα φόρεμά της,
την τόσην ομορφιά της.

Δύση να δω κι ανατολή στα μάτια της τα πλέρια,
να πιάσω της τα χέρια,
να δώσω μια να τα φιλώ μέχρι τους ώμους πάνω,
να τα βαστώ μη χάνω.

Να πάρω απ' τα μαλάκια της, που ήλιο χρυσό θυμίζουν,
τα μύρα που μυρίζουν,
για να τα πάω στον Άγιο μου τάμα και προσευχή μου,
να κάμει την, δική μου.

Α, πόσο θα 'θελα κι αυτή να με κοιτάξει, σάμπως…!
- Θα ομόρφαινε κι ο κάμπος. – 
Να δω την άνοιξη π' ανθεί στο κάθε πάτημά της.
Τι κρύβει, στην καρδιά της:

Παξοί - Αντίπαξοι - Μαθράκι – Ερεικούσσα – Οθωνοί.

Μανδούκι 1996

©Γιώργος Μανέτας


Παλαιοδρόμηση


Θυμήθηκα, της Κέρκυρας κάποιο στενό δρομάκι
μ' ένα πεζούλι χαμηλό, χορταριασμένο πάντα,
που μαζευόμασταν παιδιά τις Κυριακές για σκάκι,
ή σιντερόλες παίζαμε. Πριν φτάσει ακόμα η Fanta

καπάκια βρίσκαμε Μπιράλ, Φιξ, Φήμη, Κρυσταλία
και με σφεντόνες στέλναμε μακριά τα ντιχαλάκια. 
Τοίχου καρτέλες ρίχναμε τους παίκτες, με μανία
ή τα “κορίτσια μας” δειλά μας διάβαζαν στιχάκια.

Εγώ, πατίνι – ρουλεμάν και τσούρλι μπαγκιονέτα
κι ο Φώντας, - όλη του η σπουδή στο χέρι ένα ξυλίκι.
Βεζύρη και πεντόβολα, κρυφτό, και τα σονέτα 
σε φυσοκάλαμο φτιαχτό, δώρο από την Αλίκη.

Μήλα η Μαρίνα και κουτσό, η Ευτυχία σκοινάκι.
Το Τάκα - Τάκα ο Δημητρός, - γύψο στο χέρι γιάστρα.
Μια Κυριακή, ξανά 'θελα…Κέρκυρα… και λιγάκι
τη φλογερομαντούρα μου, κάτω από 'κείνα τ' άστρα…

(Ά μπε μπα μπλόν, του κείθε μπλόν, ά μπε μπα μπλόν
του κείθε μπλόν μπλήν μπλόν…)


©Γιώργος Μανέτας


Προσήνεμος


- Για σένα, ξάγναντα μια θάλασσα θωρώ
κι ό,τι ωφελεί τη μνήμη μου, σου γράφω.
Το κάθε σύθαμπο χαρώ
και σε καμβά το ράφω.

- Θυμούμαι, τότε που έφευγες ταξίδι σοροκάδα
κι ήρθα μικρό και κάθισα, στην πρύμνη χελιδόνι.
Λεπτουργικά, μαστόρευες μιαν άγνωστη Κυκλάδα,
στου ξύλου το τιμόνι.

- Θυμούμαι, απ' όταν έφυγα με τη βοή του ανέμου,
τις βορινές τις θάλασσες τα πλάσματα σκοτάδια.
Τον αφρισμένο σάλαγο που σπούσε απάνωθέ μου,
θυμούμαι όλα τα βράδια.

Κάθε γραμμή του ορίζοντα τα δίπλατα λιμάνια,
της Κύπρου τα λιθόστρωτα την Δαμασκό στο βάθος.
Την Εσπεράνσα, που έφερνε στο Μπέλεμ τα βοτάνια,
και παρασέρνω λάθος.

Τον μελωδό, που κούρσεψε στο Βίδο απ' τη Σπιανάδα,
έναν μικρόν ανάγλυφο σε στύλο Ποσειδώνα.
Και κάποια νύχτα, σε όνειρο, πως ήρθα στην Ελλάδα
για σε, ξωθιά γοργόνα. 


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Της Ξενιτιάς ΙΙΙ


Το λένε τ' αχαμνά νερά της θάλασσας, τα στέρφα,
το διαλαλούνε τα πουλιά με τον κελαϊδισμό τους,
το λένε τ' άστρα τ’ ουρανού και το χλωμό φεγγάρι:
Χαρά δεν έχει η ξενιτιά, δεν έχει παρηγόρια.

Το λένε στ' άπταιστα οι μικρές του κάμπου πεταλούδες,
του ανέμου οι ψάλτες διαλαλούν στ' ανάμεσα κλωνάρια,
το κράζουνε, 'κεί που ξεσπούν οι γλώσσες των κυμάτων:
Να μην τολμήσεις ξενιτιά, μ' ασταύρωτο το στέρνο.

Τα χαμομήλια της πλαγιάς το μολογούν στα σπάρτα,
το λένε τ' άγρια τα θεριά στα γκρέμια και στα βύθια,
το λεν οι αοιδοί της Κέρκυρας σε μοιρολόι αρχαίο:
Σαν θες να πας στην ξενιτιά, μαύρη να βρω πλερέζα

καθώς, δεν έχει εκεί χαρά, δεν έχει ν' αποστάσεις,
ίσκιο δεν έχει απ' αγριλιά και χώμα να πλαγιάσεις.
Με δίχως μύρτους, γιασεμιά, πώς η ψυχή σου, πλέρια;
Πώς σαν πεθάνεις, ξενικό θα σε δεχτούν τ' αστέρια;



©Γιώργος Ν. Μανέτας


Κέρκυρα XI


Απόψε, ο νους ως σ' έψαχνε να βρει στο ματοκιάλι,
σ' είδε, 'κεί που λιαζόσουνα στης μνήμης τ' ακρογιάλι.
Κι όπως, κόντευε δίπλα σου στα μπράτσα του να σφίξει,
απέκοψες! Κι αυτός για δεν μπορούσε να σ' αγγίξει

ήβρε κλαρί και βέργισε τις θάλασσες του νου του,
για ν' ανακράξει αντήχει σου το μένος του καιρού του.
Για να σε βρει στο πέλαγο, να σ' ανταμώσει αγάλι,
να σ' αγκαλιάσει, Κέρκυρα, στης μνήμης τ’ ακρογιάλι.

Ό, τι ποθούσε, η σκέψη του: Αμμόσκονη κι αλάτι!
Έφευγε 'κείνος κι άμπωνε τις κλειδωνιές η εμπάτη.