Οι πεθαμένοι



 Μήπως… γνωρίζοντας το ριζικό μου
τα νύχτια σχήματα, πριν γεννηθώ,
στα βάθη φτιάχνανε κάτι δικό μου…
που δυσκολεύομαι να θυμηθώ;

Μήπως… είν' όνειρο, κι οι πεθαμένοι
φτάσαν νυχτιάτικα μέχρις εμέ;
Μην είναι φίλοι μου, αγαπημένοι;
Πόνο λιγότερο δώσε καημέ!!

Μήπως... γι' απόκριση, να περιμένω
κάτι απ' τον πόνο τους, κάποια κραυγή;
Τη σεπτή σάρκα τους να τήνε ραίνω;
Πλάσματα, oρέγεστε πριν την αυγή;

Μήπως… να βύθιζα στην αγκαλιά τους
κι αδιάφορα να μη σκιαχτώ;
Απ' τα λυσίκομα, μαύρα μαλλιά τους,
να 'φτιαχνα κόμπους μου για φυλαχτό;

Μήπως… στ' απόκρημνα της ειμαρμένης
κι αντί στη θέση τους, βρίσκομ' εγώ;
Μήπως… μολύνθηκα μιας ξεχασμένης
αρρώστιας άγνωστης, γι' αυτό ριγώ;

Μήπως…με στοίχειωσαν αυτά που είδα…;
Νάν' της ξαγρύπνιας μου, τα φοβερά!!
Αχ, και να λύτρωναν στην πρώτη αχτίδα,
βόγκοι και ψίθυροι και πνιγερά!!



©Γιώργος Μανέτας