Το ψέμα



Λες: Η ζωή σου έρημος δίχως χαρά και γέλιο.
Κι ακόμη, έναν άναστρο πως βλέπεις ουρανό.
Θαρρείς πως όλη σου η ζωή κατήφεια και φραγγέλιο.
Πως γιατρικό στον πόνο σου δεν βρίσκεις ικανό.

Δες: Η ζωή μια ρεματιά, που ρέει στην κατηφόρα,
που δίνει όμως τα θαύματα τα δροσερά, σ΄ αυτόν
που δεν νογά λιγόψυχα και δεν λυγά στη μπόρα.
Θέλει καρδιά, θέλει ψυχή. Γι' αυτό σου λέω, λοιπόν:

Τρεις δρόμους έχει, κι απ’ αυτούς τον έναν θα διαλέξεις.
Εσύ, ποιον θες να πορευτείς, τον ίσια ή τον λοξά;
Ο πρώτος, λούζεται στο φως. Τον άλλον να προσέξεις.
Αν θες τον τρίτο, διάλεξες τον Xάρο γι' αμαξά.

Δράκους δεν θα 'βρεις ζωντανούς, θεριό να σε φοβίσει.
Αυτό το σύμπαν φτιάχτηκε στη Χάρη ενός Θεού.
Θροεί σαν φύλλο, μα για δες: Μπορεί να σταματήσει;
Δεν είναι βάσανο η ζωή. Το ψέμα, είναι αλλού...


©Γιώργος Μανέτας


Είναι φορές

Της πριγκίπισσας Σίσυ

Είναι φορές, που αισθάνεται μια ζεστασιά η ψυχή μου.
Κι άλλοτε, πάλι, νιώθει αυτή δίχως χαρά καμιά. 
Μην αρκετά δεν έγιανε κάποια παλιά πληγή μου
κι έτσι αθεράπευτη, έφυγε, προς κάποιαν ερημιά;

Είναι φορές, που αισθάνομαι μετέωρη σ' ένα χάσμα,
που από 'κεί μέσα με καλούν για να το κατεβώ
δικοί και φίλοι μου στενοί, που πέρασαν το φάσμα
όταν ο Xάρος θέριζε με δρέπανο ακριβό.

Είναι φορές, που οι σκιές της νύχτας με κυκλώνουν
και με θρασεία κι αναίτια τη συμπεριφορά,
λένε πως είναι αφίλητες και πως κοντά ζυγώνουν,
διψώντας απ' τ’ αχείλι μου την τοξωτή φορά. 

Κι είναι φορές, όπου η χαρά στον κήπο περιμένει
( κι είναι μι’ απόλαυση ψυχής 'κείν' η στιγμή του πώς 
γιατί, στο φως τους νιώθω εγώ η ελπίδα να προσμένει:
Πυγολαμπίδες σπέρνουνε τ’ αμάραντό τους φως.