Η αμαρτωλή



Δε σου 'μεινε φωνή να πεις για τα βουνά, τα δάση,
oύτε χαρά πια σου 'μεινε να τραγουδάς για 'κείνα.
Σαν να τελειώνει σου η ψυχή, σαν να τελειώνει ο κόσμος.
Μόνο μετάνοια σ' εκκλησιά τώρα για σένα πρέπει.

Μπολιάστηκες έρμη ψυχή στα μάταια των ερώτων
δίχως ποτέ σου να σκεφτείς νερό στους διψασμένους.
Δίχως ποτέ ν' αφουγκραστείς ένα των άλλων δάκρυ.
Δε σ' άφηνε, για να τα δεις, το θάμπος των ματιών σου.

Στα λαμπερά μα πρόσκαιρα της νιότης 'κείνα χρόνια
τεταραγμένη σύρθηκε στ' ανάσκελα η ψυχή σου.
Ήρθε κι ο χρόνος σ' έντυσε τη νύχτια του ρυτίδα.
Το μαρτυράει το λιγοστό του καντηλιού πια λάδι.

Μαυράγγελοι και Χερουβείμ σε διεκδικούν παρόντα
κι ένας στυγνός σα Χάροντας με τη ρομφαία της δίκης
σου ψιθυρίζει τ' ακριβό του τέλους σου ταξίδι:
Κεκοιμημένη μου αδερφή, ζυγίζω την και φεύγω.

Ψάλλοντας κλαίνε οι άγγελοι δίχως ψυχή στα χέρια,
δίχως πομπή ν' ακολουθεί το λάλον του αρχαγγέλου.
Ένας ανθός μόνο σταυρός, σφοδρός κριτής που ψέλνει:
Των κολασμένων τις ψυχές τις παίρνουν τα τελώνια.

……………………

Μοίρες κακές με μοίραιναν τη νύχτα που γεννιόμουν
κι ευχή μου δόθηκε στρεβλή να ζω δίχως τον ύπνο.
Όνειρο εγώ δεν γνώρισα, γι' αυτό και δεν θυμάμαι
αν ζωντανή που το 'γραψα, ή τώρα πεθαμένη…


©Γιώργος Μανέτας


Της ψυχής 


Συγγνώμη: Που δε στάθηκα σωστή, να σ' αγαπήσω.
Που δεν ποτέ μου νοιάστηκα τον πόνο το δικό.
Άνθρωπε συ, που δίπλα μου, μπορούσα να φιλήσω
ποτέ μου, δε σ' αντίκρισα με βλέμμα φιλικό.

Συγγνώμη: Που δε φύτεψα στη γλάστρα ένα λουλούδι.
Που των ανθών δε μ' άρεσαν οι μύριες ευωδιές.
Που των πουλιών δεν ήθελα ν’ ακούσω το τραγούδι.
Οπού γι' αυτά, δεν έγραψα, να ευφράνω τις καρδιές.

Συγγνώμη: Έρωτα, γιατί δεν ήμουν όσα “πρέπει”.
Γιατί, δεν ήμουν αρκετή να σου δοθώ πιστά.
Κι ενώ, το βλέμμα το δικό μου θα 'πρεπε να βλέπει
εσένα· τ' άλλα κοίταγε, τα ξένα, τα ρευστά.

Συγγνώμη: Θέ μου, που μισώ και δεν μπορώ να γιάνω. 
Που 'ν' η ψυχή μου ακάθαρτη κι η σκέψη μου φαιδρή.
Που κι αν γι' αγάπη μίλησες, τ' αντίθετα εγώ κάνω.
Συγχώρεσέ με, πλάστη μου, που δεν είμ' αρκετή.

Συγγνώμες μύριες σάς ζητώ γιατί δεν ήμουν άξια
να σεβαστώ τον έρωτα, τα δέντρα, τα πουλιά.
Να σεβαστώ τον άνθρωπο, η αμαρτωλή κι ανάξια
ψυχή, που δεν λαχτάρησε σταυρό, μιαν εκκλησιά. 

Συγγνώμη…